Απολυτίκιο
Σηλυβρίας τόν γόνον και Αιγίνης τον έφορον, τον εσχάτοις χρόνοις φανέντα, αρετής φίλον γνήσιον,  Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ως ένθεον θεράποντα Χριστού. Αναβλύζει γάρ ιάσεις παντοδαπάς, τοις ευλαβώς κραυγάζουσι: Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

Τα 24 μεγαλυνάρια του Αγίου Νεκταρίου κατ' αλφάβητο

Ακοιλίδωτον ζωήν εν εσχάτοις τοις καιροίς,
ω Νεκτάριε σοφέ, εβιώσω ιερώς.

Βλέψον Πάτερ προς ημάς, ως φιλόστοργος πατήρ,
και παράσχου συμπαθώς, δωρεάς τας πατρικάς.

Γνώσει θείαν λαμπρυνθείς, ουρανόφωτος αστήρ,
ανεδείχθης επί γης, ως θεράπων του Θεού.

Διανοία καθαρά, λειτουργήσας τω Θεώ,
εδοξάσθης θαυμαστώς, θαυμασίοις πολλαπλοίς.

Έχει λύχνον σε λαμπρόν, Αίγινα ως αληθώς,
δαδουχούντα πάσα γη, των θαυμάτων τας αυγάς.

Ζήσας βίον ιερόν, των αγίων κοινωνός, 
και μεσίτης ευσεβών, ανεδείχθης προς Θεόν.

Η δοθείσα σοι σοφέ, εκ Θεού χάρις πολλή, 
πανταχού και πάσα γη, διαλάμπει θαυμαστώς.

Θεραπεύων τας δεινάς, αρρωστίας συμπαθώς,
ω Νεκτάριε σοφέ, ημάς ρύη συμφορών.

Ιεράρχης ευκλεής, εχρημάτισας σοφέ, 
ταπεινώσει αληθεί, διαπρέψας ιερώς.

Κόσμος άπας τας πολλάς, σου κηρύττει δωρεάς,
και θαυμάτων την πληθύν, Ιεράρχα θαυμαστέ.

Λύσον νέφος πειρασμών, αντιλήψει σου θερμή
κυκλωσάντων με δεινώς, ω Νεκτάριε σοφέ.

Μυστηρίων των σεπτών, οικονόμος ιερός,
αναδέδειξαι σοφέ, τη αμέμπτω σου ζωή.

Νέος πρόβολος στερρός, Εκκλησίας του Χριστού,
εναντίων των εχθρών, ανεδείχθης αληθώς.

Ξένοις θαύμασι σοφέ, καταπλήττεις του πιστούς,
ότι σπεύδεις πανταχού, και λυτρούσαι των δεινών.

Ο ναός σου ο σεπτός, ιατρείον μυστικόν
ω Νεκτάριε σοφέ αναδέδεικται ημίν.

Πάσα γλώσσα των πιστών, μακαρίζει σε σοφέ,
ως θεράποντα Θεού, και θαυμάτων θησαυρόν.

Ράον λύεις λυπηρών, τας οδύνας τας πικράς,
και καρκίνου το δεινόν, πάθος παύεις ιερέ.

Στήλη θείων αρετών, η αγία σου ζωή, πάσι
πρόκειται πιστοίς, ω Νεκτάριε κλεινέ.

Την οσίαν σου ζωή, μεγαλύνας ο Χριστός, μέγαν
σε θαυματουργόν, πάσι δίδει σοι την γη.

Υπέρ πάντων τον Χριστόν, καθικέτευε σοφέ,
δούναι άπασιν ημίν, ιλασμόν αμαρτιών.

Φρίττει σμήνος δυσμενών, αοράτων αληθώς,
την δοθείσάν σοι ισχύν εκ Θεού θαυματουργέ.

Χαίρε σοι από ψυχής, ανακράζομεν αεί· 
χαίρε καύχημα ημών Ιεράρχα θαυμαστέ.

Ψάλλοντες σοι ευλαβώς, ύμνους τους πνευματικούς
εξαιτούμεν εφ' ημάς, την θερμήν σου αρωγήν.

Ω Νεκτάριε σοφέ, ω προστάτα των πιστών, σκέπε
φρούρει φύλαττε, τους προστρέχοντας εις σε.

  1. Παράκληση ευχαριστήρια στην Παναγία - Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου
  2. Παράκληση στην Παναγία για κάθε ασθένεια - Αγίου Ιωάννη επισκόπου Ευχαΐτων
  3. Παράκληση στην Παναγία για όσους ασθενούν - Μητροφάνη Επισκόπου Σμύρνης
  4. Παράκληση στους οσίους Παρθένιο και Ευμένιο 
  5. Τα 24 μεγαλυνάρια του Αγίου Νεκταρίου
  6. Παράκληση στην Παναγία για κάθε θλίψη - Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου
  7. Παράκληση στην Παναγία για νοσούντες - Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου
  8. Προσευχή νυκτερινή στον Κύριο - Αγίου Αναστασίου Σιναΐτου
  9. Παράκληση στην Μεταμόρφωση του Κυρίου - Ιακώβου μοναχού
  10. Παράκληση αγίου Μύρωνος - Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου
  11. Παράκληση στους αγίους που ήταν στρατιωτικοί - Αρχιμ. Νικοδήμου Αεράκη
  12. Προσευχή κατά αισχρών και πονηρών λογισμών  
  13. Παράκληση στην Παναγία για ασθενείς 
  14. Προσευχή στην Παναγία για κάθε ασθένεια και θλίψη

    Ερώτημα προς αιρετικούς


    ο άγιος γέροντας Πορφύριος

    Παράκληση στην Παναγία 
    για κάθε θλίψη και στενοχώρια

    Παρακλητικός Κανών Ψαλλόμενος 
    εις πάσαν θλίψιν και αθυμίαν (στενοχώρια)

    Ποίημα Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου
    του οποίου η ακροστιχίδα είναι :
    Θλίψεως Κόρη άχθους με ρύσαι. Γερασίμου.

    Ωδη α΄. Ήχος πλάγιος του δ΄.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Θεόν η τεκούσα υπερφυώς, τον λύσαντα Κόρη, την κατάραν των γηγενών, λύσον αθυμίας μου το νέφος, ως ευσπλαχνίας πηγή ανεξάντλητος.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Λυπούντων με λύτρωσαι συστροφής, εχθρού επηρεία, και νοσούσαν μου την ψυχήν, ίασαι Παρθένε δυσωπώ σε, η την πηγήν του ελέους κυήσασα.

    Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
    Ιάτρευσον Κόρη ως συμπαθής, ψυχής μου το άλγος, και του βίου τα θλιβερά, και ταλαιπωρούντα την ζωήν μου, εις χαρμονή αληθή μεταποιήσον.

    Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
    Ψυχής μου το άχθος το χαλεπόν, και το βάρος Κόρη, των πολλών μου αμαρτιών, άνεμω τη σης φιλανθρωπίας, σκέδασον θάττον και σώσον με δέομαι.

    Ωδή γ΄. Συ ει το στερέωμα.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Έπνευσαν μοι άνεμοι, ασθενειών και στενώσεων, ων της φθοράς, ρύσαι με Παρθένε τη θερμή προστασία σου.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Ώσπερ κύνες άγριοι, θλίψεις πολλαί με εκύκλωσαν, ων της ορμής, και μανίας ρύσαι Θεοτόκε και σώσον με.

    Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι 
    Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
    Σύντριψον του δράκοντος, το κατ' εμού δεινών φρύαγμα, και χαρμονήν δίδου Θεοτόκε, τη αθλία καρδία μου.

    Ωδή δ΄. Εισακήκοα Κύριε.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Κινδυνεύουσαν Δέσποινα, εξ επηρειών πικρών την καρδία μου, χαροποίησον και σώσον με, τη συμπαθεστάτη προμηθεία σου.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Οι εχθροί φωνήν φόνιον, ήραν κατ' εμού ζητούντες ολέσαι με, αλλά συ πρόφθασον Δέσποινα, και της τούτων ρύμης με απάλλαξον.

    Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
    Ρείθρον βλύσον μοι Δέσποινα, θείου γλυκασμού τη σης αγαθότητος, και πικρίαν πάσαν ξήρανον, κατ' εμού εχθρού του παναλάστορος.

    Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
    Η θερμή προστασία σου, αύρα σωτηρίας και αναψύξεως τη ζωήν μου Κόρη γένοιτο, τη συνεχομένη πολλαίς θλίψεσιν.

    Ωδή ε΄. Φώτισον ημάς.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Άχθος χαλεπόν, αθυμίας και συνθλίψεως, το συνέχον την αθλίαν μου ζωήν, διασκέδασον Παρθένε τη ση χάριτι.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Χάρισαι Αγνή, χαρμονήν εν τη καρδία μου, και αφάνισον την λύπην την πικράν, ην υφέρπων μοι ο δράκων επιχέει μοι.

    Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
    Θρήνου ψυχικού, του εκ πλήθους παραπτώσεων, απολύτρωσαι με Δέσποινα Αγνή, και παράσχου χαρμολύπην μοι σωτήριον.

    Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
    Όμβρησον Αγνή, γλυκασμόν και δρόσον άυλον, τη ψυχή μου τη εκκαύσει των παθών, τήκομενη συνεργεία του αλάστορος.

    Ωδη στ΄. Την δέησιν.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Υψόθεν ιλεω όμματι βλέψον, επ' εμέ τον ταπεινόν σου ικέτην, τον τιτρωσκόμενον βέλεσι Κόρη, οδυνηροίς του εχθρού του αλάστορος, και σύντριψον την κατ' εμού, μανιώδη αυτού αγριότητα.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Συνέχει, θλίψις πικρά την ψυχήν μου, εξ' αμέτρων παραπτώσεων Κόρη, αλλά τη ση συμπαθεία προστρέχω, και εκβοώ εκ μυχίων καρδίας μου· απάλλαξον με της πικράς, συνοχής οδηγούσης προς όλεθρον.

    Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
    Μυρίων, αμαρτημάτων ευθύνας, κρίσει όντως του Σωτήρος δικαία, Θεοκυήτορ εισπράττομαι ήδη· όθεν οδύναις και πάθεσι βέβλημαι· αλλ' ώ Πανάχραντε Αγνή, συμπαθεία τη ση με οικτείρησον.

    Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
    Ελέους, τον χορηγόν τετοκυία, τον φιλάνθρωπον του κόσμου Σωτήρα, παντελεήμον Παρθένε Μαρία, ελεήσον με τον άθλιον δούλον σου, και της ευρούσης με δεινής, απολύτρωσαι θλίψεως δέομαι.

    Ωδή ζ΄. Οι εκ της Ιουδαίας.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Ραντισμώ Θεοτόκε, του ελέους σου σβέσον παθών τους άνθρακας, και ανεσιν μοι δίδου, και θλίψεως με ρύου, χαλεπής ίνα κράζω σοι· Χαίρε Παρθένε Αγνή, πηγή της ευφροσύνης.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Υψηλότατε θρόνε, του των όλων Δεσπότου Παρθένε Άχραντε, βυθού της αμαρτίας, και πάσης αγνωσίας, ύψωσόν με κραυγάζοντα· ο των Πατέρων ημών Θεός ευλογητός ει.

    Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
    Συνοχής αθυμίας, και πικράς συνηθείας καθικετεύω σε, ψυχήν μου την αθλίαν, απαλλάξον και δίδου, κατανύξεως δάκρυα, ίνα τον ρύπον Αγνή, παθών μου αποπλύνω.

    Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
    Απαθείας την αίγλη, την εν σκότει ψυχήν μου παθών υπάρχουσαν, καταύγασον και δίδου, ρώσιν και ευρωστίαν, τω ικέτη σου Δέσποινα, ίνα ποιώ ευσεβώς, το θέλημα Κυρίου.

    Ωδή η΄. Τον Βασιλέα.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Ίλαθι Κόρη, και θλιβερών πάσαν ρύσιν, αποξήρανον και βλύσον δυσωπώ σε, ύδωρ ευφροσύνης, τη ταπεινήν ψυχή μου.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Γενού μοι Κόρη, αναψυχή εν ανάγκαις, και παράκλησις εν λύπαις και οδύναις, ίνα σε δοξάζω, υπερδεδοξασμένη.

    Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
    Έβλυσε Κόρη, χαράν ο τόκος σου κόσμω, και διέλυσε την λύπην της κατάρας· όθεν καμού λύσον, την θλίψιν της καρδίας.

    Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
    Ράνον μοί ύδωρ, της ψυχικής ευφροσύνης, Κόρη Πάναγνε πηγών εκ σωτηρίου, και την αυχμηρίαν, παύσον μου της καρδίας.

    Ωδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Αγγέλων θυμηδία, Κεχαριτωμένη, την τεθλιμμένην ψυχήν μου τοις πάθεσι, τη μητρική συμπαθεία σου χαροποιήσον.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Συνέτισον τον νουν μου, γνώσει μετανοίας, και του Υιού σου της θείας χρηστότητος, δίδου μοί γεύσιν Παρθένε ίνα σωθήσομαι.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Ιλέω όμματί σου, ίδε Θεοτόκε, την συντριβήν της ψυχής μου και δίωξον, της αθυμίας το νέφος της συνεχούσης με.

    Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
    Μανίας του Βελίαρ, ρύσαι με Παρθένε, και ασθενείας ψυχής τε και σώματος, και θλιβερών συμπτωμάτων ίασαι δέομαι.

    Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
    Ολόφωτε λυχνία, της αΰλου δόξης, Θεοκυήτορ Παρθένε Πανύμνητε, ταλαιπωρίας απάσης ρύσαι τον βίο μου.

    Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
    Υπέρτερον τον νουν μου, πάσης αθυμίας και εμπαθούς συνηθείας ανάδειξον, και σωτηρίας με Άχραντε καταξίωσον.

    Τροπάριον Σταυροθεοτοκίον.
    Ήχος α΄.

    Οι την σην προστασίαν κεκτημένοι Άχραντε, και ταις σαις ικεσίαις των δεινών εκλυτρούμενοι, τω Σταυρώ του Υιού σου εν παντί φρουρούμενοι, κατά χρέος σε πάντες, ευσεβώς μεγαλύνομεν.

    Δείτε και την ανάρτηση ελιξήριο νεότητας
    1. Παράκληση ευχαριστήρια στην Παναγία - Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου
    2. Παράκληση στην Παναγία για κάθε ασθένεια - Αγίου Ιωάννου επισκόπου Ευχαΐτων
    3. Παράκληση στην Παναγία για υγεία - Μητροφάνους Επισκόπου Σμύρνης
    4. Παράκληση στους οσίους Παρθένιο και Ευμένιο 
    5. Τα 24 μεγαλυνάρια του Αγίου Νεκταρίου
    6. Παράκληση στην Παναγία για κάθε θλίψη - Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου
    7. Παράκληση στην Παναγία για νοσούντες - Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου
    8. Προσευχή νυκτερινή στον Κύριο - Αγίου Αναστασίου Σιναΐτου
    9. Παράκληση στην Μεταμόρφωση του Κυρίου - Ιακώβου μοναχού
    10. Παράκληση αγίου Μύρωνος - Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου
    11. Παράκληση στους αγίους που ήταν στρατιωτικοί 
    12. Προσευχή κατά αισχρών και πονηρών λογισμών  
    13. Παράκληση στην Παναγία για ασθενείς 
    14. Προσευχή στην Παναγία για κάθε ασθένεια και θλίψη

      ο άγιος γέροντας Πορφύριος
       
       άγιος γέροντας Πορφύριος και άγιος γέροντας Δανιήλ
      17/7/1985
       
       
      ΚΑΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ 
      Ψαλλόμενος εις πάσαν νόσον και ασθένειαν
       
      Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτη 
      η ακροστιχίδα είναι: ίασε με νόσου πικράς Κόρη, Γερασίμου.
       
      Κύριε εισάκουσον τής προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου. Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζών. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου, εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος και ηκηδίασεν επ' εμέ τό πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοίς έργοις σου, εν ποιήμασιν των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείρας μου, η ψυχή μου ως γή άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμα μου. Μη αποστρέψεις το πρόσωπόν σου απ' εμού και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωί το έλεός σου, ότι επί σοί ήλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον, δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου. Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία. Ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου. Και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου ότι εγώ δούλος σού ειμί.

      Θεός Κύριος, και επέφανεν ημίν· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
      Στίχ. α΄ Ἐξομολογείσθε τω Κυρίῳ, και επικαλείσθε το όνομα το άγιον Αυτού.
      Θεός Κύριος, και επέφανεν ημίν· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
      Στίχ. β΄ Πάντα τα έθνη εκύκλωσαν με, και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς.
      Θεός Κύριος, και επέφανεν ημίν· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
      Στίχ. γ΄ Παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και έστι θαυμαστή εν ὀφθαλμοίς ημών.
      Θεός Κύριος, και επέφανεν ημίν· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

      Ο Ν' Ψαλμός.
      Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου και κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου· ἐπί πλεῖον πλῦνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου και ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, και ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός σοί μόνῳ ἥμαρτον και τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, και νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα και τά κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι ραντιεῖς με ὑσσώπῳ, και καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με, και ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν και εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου και πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, και πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπό τοῦ προσώπου σου και τό πνεῦμά σου τό ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου και πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, και ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσι ρῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεός ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, και τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, και οἰκοδομηθήτω τά τείχη ῾Ιερουσαλήμ· τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν και ὁλοκαυτώματα· τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους.

      Ήχος πλάγιος του δ΄
      Ωδή α΄. Υγράν διοδεύσας

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Ιάτρευσον Κόρη ως συμπαθής, δεινώς με νοσούντα, κατά σώμα τε και ψυχήν, και αίτει πταισμάτων μου την λύσιν, οιάπερ Μήτηρ Θεού του οικτίρμονος.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Ατρώτοις παθήμασι ρικνωθείς, και νόσο βαρεία, συνεχόμενος χαλεπώς, προς σε καταφεύγω ίνα τύχω, της παρά σου Θεοτόκε ανέσεως.

      Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
      Σαρκός τας οδύνας και τας πληγάς, θεράπευσον Κόρη τη θερμή σου επισκοπή, και ρώσιν μοι δίδου και υγείαν, ταπεινωθέντι οικτρώς τω ικέτη σου

      Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
      Αγγέλων η δόξα και η χαρά, χαράν μοι παράσχου, θλιβομένω οδυνηρώς, πικραίς ασθένειαις δια πλήθος, αμαρτιών Θεοτόκε ων έπραξα.

      Ωδή β΄. Ουρανίας αψίδος.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Ιαμάτων πελάγη, ως αληθώς βλύζουσα, ίασαι ψυχής μου την νόσον, και τα του σώματος, πάθη θεραπεύσον, και την κατ' άμφω υγείαν, δίδου μοι Πανύμνητε, ίνα δοξάζω σε.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Μητροπάρθενε Κόρη, την συντριβήν ίασαι, και τα χαλεπώτατα έλκη, τα της καρδίας μου, τη συμπαθεία σου, και έγειρον με της κλίνης, βηματίζειν πάντοτε, Θεού το θέλημα.

      Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
      Εκτρυχόμενος σφόδρα, οδυνηροίς πάθεσιν, έρριμαι εκτάδην ως ράκος, ταις περιστάσεσιν, αλλ' ω Πανύμνητε, συ μου των πόνων το βάρος, άρον και παράσχου μοι, ρώσιν ευφρόσυνον.

      Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
      Νεκρωθείς τη κακία, νόσο πικρά πέπτωκα, και πόνοις πολλοίς το σαρκίον, Κόρη ετάζομαι, συ μοι επόρεξον, χείρα Αγνή βοηθείας, και της συνεχούσης με, θλίψεως λύτρωσαι.

      Ωδή γ΄. Εισακήκοα Κύριε.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Οδυνών απάλλαξον, των συνεχουσών Αγνή την καρδίαν μου, και του σώματος μου ίασαι, πυρετών την φλόγαν την αφόρητον.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Συντριβείς αμαρτήμασι, νόσοις συνεσχέθην πολλοίς και άλγεσιν, αλλά συ με ανακούφισον, Κόρη και παράσχου μοι την ίασιν.

      Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
      Όμβροις θείας χρηστότητος, και το γλυκασμώ τη σης αγαθότητος, την πικρίαν της καρδίας μου, γλύκανον Παρθένε ως φιλάγαθος.

      Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
      Υπερύμνητε Δέσποινα, την κακακωμένη ζωήν μου πάθεσι, και νοήμασι και θλίψεσι, κούφισον και σώσον με τον δείλαιον.

      Ωδή δ΄. Φώτισον ημάς.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Πλείστοις αλγεινοίς, μαστιζόμενος κραυγάζω σοι, Θεοτόκε ασθενούντων προσφυγή, ίασαί με τον ταλαίπωρον ικέτην σου.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Ίδε συμπαθώς, τον εν νόσοις συντηκόμενον, και ελπίζοντα προς σε από ψυχής, Θεοτόκε και παράσχου μοι την ίασιν.

      Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
      Κέκμηκα Αγνή, και εκλείπω οδυνόμενος, τη ευρούση αρρωστία με πικρά, αλλ' οικτείρησον τον τάλανα και σώσον με.

      Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
      Ρώσις αληθής, η θερμή επιστασία σου, γένοιτο μοι και ρυσθήσομαι ταχύ, της ευρούσης ασθενείας με Πανάχραντε.

      Ωδή ε
      ΄. Την δέησιν.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Αγγέλων, η χαρμονή και ανθρώπων, η χαρά η αληθής Θεοτόκε, την τεθλιμμένη δεινή αρρωστία, και εν οδύνη ψυχήν μου θεράπευσον, και χαροποίησον αυτήν, ως χαράς αιωνίου υπόθεσις.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Σωμάτων και των ψυχών η τεκούσα, ιατήρα και σωτήρα Παρθένε, τον αναβλύζοντα ρείθρα ελέους, τον Ποιητήν των απάντων και Κύριον, θεράπευσον μου την ζωήν, χαλεποίς ετασμοίς ήδη πάσχουσαν

      Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
      Κλινήρης, διατελών επί πλείων, και τηκόμενος πικρά ασθενεία, σε δυσωπώ την πηγήν του ελέους, ελέησον με και ίασαι Δέσποινα, και την υγείαν της ψυχής, και του σώματος αύθις μοι δώρησαι.

      Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
      Ολόσωμον, κεκτημένοις οδύνην, και θλιβόμενος πληγή αφορήτω, και στεναγμοίς την ζωήν διανύων, προς σε βοώ εκ μυχίων καρδίας μου, απάλλαξον με συμπαθώς, των ευρόντων δεινών με Πανάμωμε.

      Ωδή ζ΄. Παίδες Εβραίων.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Ρώσιν καμοί τω ταλαιπώρω, και παράκλησιν παράσχου και υγείαν, και πταισμάτων πολλών, την άφεσιν μοι δίδου, οία πηγή χρηστότητος, Παναγία Θεοτόκε.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Ήλγησαν πάντα τα οστά μου, πικροίς πάθεσι και νόσοις αφορήτοις, και οδύνη πολλή, συνθλίβει την ζωή μου, αλλ' ω Παρθένε Άχραντε, λύτρωσαι των οδυνών με.

      Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
      Γέγονεν όλος μου ο βίος, παθών έμπλεως και πάσης αλγηδόνος, αλλ' εξ ύψους Αγνή, ίδε την συντριβήν μου, και ως οικτίρμων δίδου μοι, την κατ' άμφω θεραπείαν.

      Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
      Έπιδε όμματι ευσπλάχνω, ως φιλεύσπλαχνος επί τον σον ικέτην, ασθενούντα δεινώς, Παρθένε Θεοτόκε, και δίδου μοι την ίασιν, και γαλήνη τη ψυχή μου.

      Ωδή η΄
      . Τον Βασιλέα.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Ρύπων με ρύσαι, των της ψυχής Θεοτόκε, και ιάτρευσον το ασθενές μου σώμα, σωστικοίς φαρμάκοις, της σης φιλανθρωπίας.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Ατόποις έργοις, συναπαχθείς εμολύνθην, και ελύπησα Χριστόν τον ευεργέτην· συ ουν Θεοτόκε, μετάνοίαν μοι δίδου.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Συντετριμμένη, τη διανοία προσπίπτω, και κραυγάζω σοι ο τάλας Θεοτόκε· ίασαι το άλγος, της ταπεινής ζωής μου.

      Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
      Ίλαθι Κόρη, ώσπερ πηγή ευσπλαχνίας, ταις αμέτροις μου εν βίω αμαρτίαις, και ιάτρευσον με, κατά ψυχήν και σώμα.

      Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
      Μεμολυσμένος, κατά ψυχήν αμαρτίαις, αρρωστήματι ετάζομαι το σώμα αλλά μη με παρίδης, εις τέλος Θεομήτωρ.

      Ωδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Οδύνης χαλεπής με, ρύσαι ασθενείας, και την ψυχήν μου αλγούσαν τοις πάθεσι, τη ρωστική σου πρεσβεία Κόρη θεράπευσον.

      Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
      Οδόν Θεού παρείδον, και τας ασθενείας, ταις ανηκέστοις Παρθένε ετάζομαι, αλλά τη ση ιαθήσομαι αγαθότητι.

      Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
      Υψόθεν βλέψον Κόρη, επί την οδύνην, την χαλεπώς την ζωή μου μαστίζουσαν, και συμπαθούς θεραπείας με καταξίωσον.

      Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
      Υμνείν ου διαλείπω, στόματι αχρείω, σε της ζωής μου Παρθένε την έφορον, και παρά σου θεραπείας την δρόσον δέχομαι.
       
      Άξιον εστιν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον, και Μητέρα του Θεού ημών. Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως, Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον σε μεγαλύνομεν.

      Τροπάριον Θεοτοκίον
      Ήχος γ΄

      Καταφυγή και δύναμις ημών Θεοτόκε, η κραταιά βοήθεια του κόσμου, ταις πρεσβείες σου σκέπε τους δούλους σου, από πάσης ανάγκης, μόνη Ευλογημένη.


      Δείτε και την ανάρτηση ελιξήριο νεότητας

      ὀ ουν καθ' ἐσπέραν λέγων αὑτήν μετά κατανύξεως
      ει ἐπέλθη ἐπ' αὐτόν ἡ φοβερά ὥρα τοῦ θανάτου ἐν τῇ νυκτί ταύτη,
      λυτροῦται τῆς κολάσεως ἐλέει Θεοῦ.
       
      Αυτή η προσευχή βρίσκεται υπό τον Αναστάσιο Σιναΐτη
      στην Πατρολογία Migne και είναι ομιλία στον Ψαλμό 6.


      Εὔσπλαγχνε καί πολυέλεε Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός μου, ὁ ἐλθών εἰς τόν κόσμον ἁμαρτωλούς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ, ἐλέησόν με πρό τῆς ἐμῆς τελευτῆς. Οἶδα γάρ ὅτι φρικτόν καί φοβερόν ἀναμένει με δικαστήριον ἐνώπιον πάσης τῆς κτίσεως, ὅτε καί τῶν ἐναγῶν καί παμβεβήλων μου πράξεων ἁπασῶν φανέρωσις γίνεται· ἀσύγγνωστα γάρ ὡς ἀληθῶς καί ἀνάξια ὑπάρχουσι συγχωρήσεως, ὡς ὑπερβαίνοντα τῷ πλήθει ψάμμον θαλάσσιον.
      Διά τοῦτο καί οὐ τολμῶ τήν αἴτησιν τῆς ἀφέσεως τούτων ποιήσασθαι, Δέσποτα, ὅτι πλεῖον πάντων ἀνθρώπων εἰς Σέ ἐπλημμέλησα. Ὅτι ὑπέρ τόν ἄσωτον ἀσώτως ἐβίωσα, ὅτι ὑπέρ τόν μυρία τάλαντα χρεωφειλέτης Σου γέγονα, ὅτι ὑπέρ τόν Τελώνην κακῶς ἐτελώνησα, ὅτι ὑπέρ τόν Ληστήν ἐμαυτόν ἐθανάτωσα, ὅτι ὑπέρ τήν Πόρνην ἐγώ ὁ φιλόπορνος ἔπραξα, ὅτι ὑπέρ τούς Νινευΐτας ἀμετανόητα ἐπλημμέλησα, ὅτι ὑπέρ τόν Μανασσῆν ὑπερῆραν τήν κεφαλήν μου αἱ ἀνομίαι μου καί ὡσεί φορτίον βαρύ ἐβαρύνθησαν ἐπ' ἐμέ καί ἐταλαιπώρησα καί κατεκάμφθην ἕως τέλους ὅτι τό Πνεῦμα Σου τό ἅγιον ἐλύπησα, ὅτι τῶν ἐντολῶν Σου παρήκουσα, ὅτι τόν πλοῦτόν Σου διεσκόρπισα, ὅτι τήν χάριν Σου ἐβεβήλωσα, ὅτι τόν ἀρραβῶνα, ὅν μοι δέδωκας, ἐν ἀνομίαις ἀνήλωσα, ὅτι τό τίμιον κατ' εἰκόνα Σου, τήν ψυχήν μου, ἐμόλυνα, ὅτι τόν χρόνον, ὅν μοι δέδωκας εἰς μετάνοιαν, μετά τῶν ἐχθρῶν Σου ἐβίωσα, ὅτι οὐδεμίαν ἐντολήν Σου ἐφύλαξα, ὅτι τόν χιτῶνά μου κατερρύπωσα, ὅν με ἐνέδυσας, ὅτι τοῦ ὀρθοῦ λόγου τήν λαμπάδα ἀπέσβεσα, ὅτι τό πρόσωπόν μου, ὅ ἐφαίδρυνας, ἐν ἁμαρτίαις ἠχρείωσα, ὅτι τούς ὀφθαλμούς μου, οὕς ἐφώτισας, ἑκουσίως ἐτύφλωσα, ὅτι τά χείλη μου, ἅπερ πολλάκις τοῖς θείοις Σου μυστηρίοις ἡγίασας, αἰσχύναις ἐμόλυνα. 
      Καί οἶδα ὅτι πάντως τῷ φοβερῷ Σου βήματι παραστήσομαι ὡς κατάδικος ὁ παμμίαρος. Οἶδα ὅτι πάντα τότε τά πεπραγμένα μοι ἐλεγχθήσονται καί οὐκ ἀποκρυβήσεται οὐδέν παρά Σοί. Ἀλλά δέομαί Σου, εὐσυμπάθητε, πολυέλεε, φιλανθρωπότατε Κύριε, μή τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με, οὐ λέγω, μή παιδεύσῃς με, ἀδύνατον γάρ τοῦτο ἀπό τῶν ἔργων μου, ἀλλά μή τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με. 
      Κερδήσω τοῦτο παρά Σοί, ἐάν μή τῷ θυμῷ Σου καί τῇ ὀργῇ Σου παιδεύσῃς με, μηδέ φανερώσῃς αὐτά Ἀγγέλων καί ἀνθρώπων ἐνώπιον εἰς αἰσχύνην μου καί ὄνειδος. Κύριε, μή τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με εἰ φθαρτοῦ βασιλέως θυμόν οὐδείς ἐνεγκεῖν δύναται, πόσῳ μάλλον Σοῦ τοῦ Κυρίου τόν θυμόν ὁ ἄθλιος ὑποστήσομαι; 
      Κύριε, μή τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με μηδέ τῇ ὀργῇ Σου παιδεύσῃς με. 
      Οἶδα Λῃστήν αἰτήσαντα καί παρευθύς συγχώρησιν ἐκ Σοῦ κομισάμενον. 
      Οἶδα Πόρνην ὁλοψύχως προσελθοῦσαν καί συγχωρηθεῖσαν. 
      Οἶδα Τελώνην ἐκ βάθους στενάξαντα καί δικαιωθέντα. 
      Έγώ δέ ὁ πανάθλιος πάντας ὑπερβαίνων ταῖς ἁμαρτίαις, τῇ μετανοίᾳ τούτους οὐ θέλω μιμήσασθαι, οὐδέ γάρ ἔχω δάκρυον ἐκτενές. Οὐκ ἔχω ἐξομολόγησιν καθαράν καί ἀληθινήν, οὐκ ἔχω στεναγμόν ἐκ βάθους καρδίας, οὐκ ἔχω καθαράν τήν ψυχήν, οὐκ ἔχω ἀγάπην κατά Θεόν, οὐκ ἔχω πτωχείαν πνευματικήν, οὐκ ἔχω προσευχήν διηνεκῆ, οὐκ ἔχω σωφροσύνην ἐν τῇ σαρκί, οὐκ ἔχω καθαρότητα λογισμῶν, οὐκ ἔχω προαίρεσιν θεοτερπῆ. 
      Ποίῳ οὖν προσώπῳ ἤ ἐν ποίᾳ παρρησίᾳ ζητήσω συγχώρησιν; 
      Κύριε, μή τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με· Πολλάκις, Δέσποτα, μετανοεῖν συνεταξάμην. Πολλάκις ἐν Ἐκκλησίᾳ κατανυγείς προσπίπτω Σοι, ἐξερχόμενος δέ ταίς ἁμαρτίαις εὐθύς περιπίπτω. Ποσάκις με ἠλέησας, ἐγώ δέ Σε παρώργισα ποσάκις ἐμακροθύμησας, ἐγώ δέ οὐκ ἐπέστρεψα, ποσάκις με ἀνέστησας, ἐγώ δέ πάλιν ὀλισθήσας κατέπεσον, ποσάκις μου εἰσήκουσας, ἐγώ δέ Σου παρήκουσα, ποσάκις με ἐπόθησας, ἐγώ δέ ούδαμοῦ Σοι ἐδούλευσα, ποσάκις μέ ἐτίμησας, ἐγώ δέ οὐκ ηὐχαρίστησα ποσάκις ἁμαρτήσαντα, ὡς ἀγαθός Πατήρ παρεκάλεσας καί ὡς υἱόν κατεφίλησας καί τάς ἀγκάλας ὑφαπλώσας μοι ἐβόησας· ἔγειρε, μή φοβοῦ, στήθι· πάλιν δεύρο, οὐκ ὀνειδίζω σε, οὐ βδελύσσομαι, οὐκ ἀποῤῥίπτω, οὐδέ σκληρύνω τό ἐμόν πλάσμα, τό ἐμόν τέκνον, τήν ἐμήν εἰκόνα, ὅν οἰκείαις χερσί διέπλασα ἄνθρωπον καί ἐφόρεσα, ὑπέρ οὗ τό αἷμα ἐξέχεα, οὐκ ἀποστρέφομαι πρός με ἐρχόμενον τό λογικόν μου πρόβατον, τό ἀπολωλός, οὐ δύναμαι μή ἀποδοῦναι τήν προτέραν εὐγένειαν, οὐ δύναμαι μή συναριθμῆσαι τοῖς ἐνενήκοντα ἐννέα προβάτοις· διά γάρ τοῦτο καί μόνον ἐπί τῆς γῆς κατελήλυθα καί τόν λύχνον ἀνῆψα, τήν σάρκα μου τήν οἰκείαν καί τήν οἰκίαν ἐσάρωσα καί τάς φίλας Δυνάμεις τάς οὐρανίους συνεκαλεσάμην ἐπευφρανθῆναι τῇ τούτου εὑρέσει. 
      Πάντα οὖν τά τοιαῦτα ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος ἐχαρίσω μοι, Δέσποτα, ἐγώ δέ πάντων καταφρονήσας ὁ ἄθλιος, εἰς ἀλλοτρίαν καί μακράν χώραν τῆς ἀπωλείας ἀπέδρασα. Ἀλλ' αὐτός με, πανάγαθε, πάλιν ἐπανάγαγε καί μή ὀργισθῇς μοι τῷ τάλανι, Κύριε, μηδέ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με, εὔσπλαγχνε, ἀλλά μακροθύμησον καί ἔτι ἐπ' ἐμοί. Μή σπεύσῃς ἐκκόψαι με ὡς τήν συκῆν τήν ἄκαρπον, μηδέ κελεύσῃς ἄωρον ἐκ τοῦ βίου θερίσαι με, ἀλλά δός μοι ζωῆς προθεσμίαν καί ὁδήγησόν με εἰς μετάνοιαν, Κύριε, καί μή τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με, Δέσποτα, μηδέ τῇ ὀργῇ Σου παιδεύσης με. Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι τῇ ψυχῇ, ἀσθενής εἰμι τῷ λογισμῷ, ἀσθενής τῇ γνώμη, ἀσθενής τῇ προαιρέσει. 
      Ἐξέλιπε γάρ μου ἡ ἰσχύς, ἐξέλιπέ μου ὁ χρόνος, ἐξέλιπον ἐν ματαιότητι ἡμέραι μου πᾶσαι καί τό τέλος ἐφέστηκεν. Ἀλλ' ἄνοιξον, ἄνοιξον, ἄνοιξόν μοι, Κύριε, ἀναξίως κρούοντι καί μή ἀποκλείσῃς μοι τήν θύραν τῆς εὐσπλαγχνίας Σου. 
      Ἐάν γάρ Σύ κλείσης, τίς μοι ἀνοίξει; Ἐάν Σύ μή με ἐλεήσης, τίς μοι βοηθήσει; Οὐδείς ἄλλος, οὐδείς, εἰ μή Σύ ὁ φύσει ἐλεήμων καί εὔσπλαγχνος. Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι· Ἐξενεύρισε γάρ με ὁ ἐχθρός καί ἀσθενῆ καί συντετριμμένον ἐποίησεν, ὁ ἀσθενής δέ καί συντετριμμένος οὐ δύναται ἀναστῆσαι ἑαυτόν, οὐ δύναται ἰάσασθαι ἑαυτόν, ὁ συντετριμμένος οὐ δύναται βοηθήσαι ἑαυτῷ, λοιπόν ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι. Ίασαί με, Κύριε, ότι εταράχθη τα οστά μου· εταράχθη και συνετρίβη η ψυχή μου· ο ουν συντετριμμένος τα οστά, ου δύναται αναστήναι και ζητήσαι τον ιατρόν· ου δύναται δραμείν και ρυσθήναι του εχθρού. 
      Λοιπόν συ με ζήτησον, Δέσποτα, ο ελθών ζητήσαι το απολωλός. Συ με τον λησταίς περιπεσόντα επίσκεψαι· ου γαρ ημιθανή, αλλ' ολοθανή με ειργάσαντο· λοιπόν, ίασαί με, Κύριε, ότι ασθενή και σεσηπότα ο εχθρός με πεποίηκεν· ο δε ασθενής και σεσηπώς όλος κείται χαμαί· όλος έρριπται πτώμα ελεεινόν· μόνον ότι επικαλείται τον ιατρόν, μόνον ότι φωνεί τον ρυόμενον· μόνον ότι τοις οφθαλμοίς περισκοπεί, πότε ήξει και επισκέψηται αυτόν, ο ιώμενος τους συντετριμμένους τη καρδία, και ανορθών τους κατερραγμένους και σώζων τους απεγνωσμένους. Ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τά ὀστᾶ μου καί ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα Σωματικός καί ψυχικός με κατέλαβε τάραχος, Δέσποτα, ὅτι σαρκικοῖς περιέπεσα πάθεσιν, ὅτι καί τήν σάρκα καί τήν ψυχήν τοῖς δαίμοσιν ἐποίησα παίγνιον. Ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τά ὀστᾶ μου τά συνδεσμοῦντα τόν ἔσω ἄνθρωπον. Ποῖα ταῦτα; Ἡ πίστις, ἡ φρόνησις, ἡ ἐλπίς, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐγκράτεια, ἡ εὐσέβεια, ἡ πραότης, ἡ ταπεινοφροσύνη καί ἡ ἐλεημοσύνη. Ταύτα τά ὀστᾶ συνετρίβησαν, Δέσποτα ἀλλα ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τά ὀστᾶ μου καί ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα. 
      Ὁρῶ γάρ λοιπόν τήν ὥραν τῆς ζωῆς μου προφθάσασαν, καί ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα. Ὁρῶ τήν πρός τά ἐκεῖσε χαλεπήν ὁδόν καί μακράν, κἀμέ πρός τά ἐκεῖσε ἐμαυτόν ἑτοίμως μή ἔχοντα, καί ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα. Ὁρῶ τόν δανειστήν ἀπαιτοῦντά με καί μή ἀποδοῦναι ἰσχύοντα, καί ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα. Ὁρῶ τόν λογοθέτην μου τό χειρόγραφον ἐπισείοντα καί τούς δημίους βρύχοντας κατ' ἐμοῦ, καί ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα. Ὁρῶ πολλούς κατηγοροῦντάς με καί οὐδένα συνήγορον, καί ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα. Ὅλος δι' ὅλου ταραχῆς καί σκοτοδίνης πεπλήρωμαι καί ἀγωνιῶ καί τρέμω καί φρίττω καί τά σπλάγχνα σπαράττομαι καί τί πράξω οὐκ ἐπίσταμαι ἤ ποίῳ προσώπῳ τόν Κριτήν μου θεάσωμαι Ἰλιγγιῶ, ταράττομαι, συνέχομαι καί ἀμηχανῶ, καί λοιπόν ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα. Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τά ὀστᾶ μου καί ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα. Ὁ πονηρός διενοχλεῖν οὐ παύεται, οἱ ἐχθροί μου τοῦ πολεμεῖν οὐκ ἀφίστανται, ὁ ἐμφύλιος τῆς σαρκός πόλεμος καταφλέγει με πάντοτε, οἱ πονηροί λογισμοί οὐδαμῶς ἡσυχάζουσι. 
      Καί Σύ Κύριε, ἕως πότε; Ἰδού ὁρᾷς, Κύριε, πάντα τά κατ' ἐμέ, ὅτι ἄπορα καί ἐλεεινά. Ἰδού βλέπεις τήν κατ' ἐμοῦ ἔνστασιν καί τόν πόλεμον τοῦ σώματος καί τήν κάμινον τῶν παθῶν καί τήν ἀτονίαν τῆς ψυχικῆς μου δυνάμεως. Λοιπόν, Κύριε, ἕως πότε οὐ συμπαθεῖς; Ἕως πότε οὐκ ἐκδικεῖς; Ἕως πότε οὐ σπεύδεις; Ἕως πότε οὐ βλέπεις; Ἕως πότε παρορᾷς; Κύριε, ἐν τῷ ἐλέει Σου σῶσόν με. 
      Μή παρίδῃς με, Κύριε, τόν ἀνάξιον, ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου. 
      Ἡ γάρ Σή παρόρασις ἐμή κατάπτωσις γίνεται, Δέσποτα. 
      Δι'ὅ ἐπίστρεψον, Κύριε, ρῦσαι τήν ψυχήν μου καί σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου. Ὡς συμπαθής ἐλέησον, ὡς ἐλεήμων συμπάθησον, ὡς φιλάνθρωπος σῶσόν με, ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου καί οὐχ ἕνεκεν τῶν ἔργων μου, πονηρά γάρ εἰσιν. 
      Οὐχ ἕνεκεν τῶν πόνων μου, ἀσθενής γάρ εἰμι. Οὐχ ἕνεκεν τῶν λογισμῶν ἤ τῶν λόγων μου, ρυπαροί γάρ εἰσι καί ἀκάθαρτοι, ἀλλ' ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, πολυέλεε Κύριε, σῶσόν με. Εἰ δέ δικάσασθαι πρός με βούλει, Δέσποτα, ἐγώ πρῶτος ἐκφέρω κατ' ἐμαυτοῦ τήν ψῆφον. Ἐγώ καταδιαμαρτύρομαι ὅτι ἄξιος θανάτου εἰμί. Λοιπόν σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, εἰς τήν φιλανθρωπίαν Σου καταφεύγω, Πανάγαθε. Οὐκ ἔχω τί Σοι προσαγαγεῖν ἄξιον, ἐλεημοσύνην ζητῶ, μή ἀπαιτήσῃς με τήν ταύτης τιμήν. Μνήσθητι τῶν λόγων Σου, Κύριε, ὅτι ἐπιμελῶς ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητος αὐτοῦ. 
      Καί ἄνθρωπος ματαιότητι ὡμοιώθη καί αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὡσεί σκιά παράγουσι. Καί ούδείς καθαρός ἀπό ῥύπου. Καί ὅτι ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἐάν γάρ ἀνομίας παρατηρήσῃς ἡμῶν, οὐδείς ὑποστήσεται, Κύριε, δι' ὅ σῶσόν με τόν ἀνάξιον δούλόν Σου ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου καί οὐκ ἕνεκεν τῶν ἔργων μου. 
      Ἐάν γάρ τόν ἄξιον ἐλεήσῃς, οὐδέν θαυμαστόν. Ἐάν τόν δίκαιον σώσῃς, οὐδέν ξένον. Σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, ἐπ' ἐμοί τό ἔλεός Σου θαυμάστωσον, Κύριε, εἰς ἐμέ τήν εὐσπλαγχνίαν Σου ἐμφάνισον, Δέσποτα, εἰς ἐμέ τήν φιλανθρωπίαν Σου μεγάλυνον, Ἅγιε. Δεῖξον ἐπ' ἐμοί, Κύριε, τά ἀρχαῖα ἐλέη Σου, ὅτι τούς μέν δικαίους σώζεις καί τούς ἁμαρτωλούς ἐλεεῖς. Μή νικήσῃ ἡ ἐμή κακία τήν Σήν ἀγαθότητα, Κύριε, μηδέ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου. Ἐάν γάρ θελήσῃς μετ' ἐμοῦ δικάσασθαι, φραγήσεταί μου τό στόμα, μή ἔχον τί φθέγξασθαι ἤ τί ἀπολογήσασθαι. Δι' ὅ μή εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, μηδέ ἐπισταθμήσῃς τάς ἐμάς ἁμαρτίας τῇ Σῇ ἀπειλῇ. Ἀλλ' ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. 
      Καί σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, Κύριε, καί τό ἔλεός Σου καταδιώξῃ με πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου. Καταδιωξάτω με τό ἔλεός Σου, Κύριε, τόν κακῶς ἀπό Σοῦ φεύγοντα, τόν ἀεί ἀπό Σοῦ δραπετεύοντα καί πρός τήν ἁμαρτία ἀεί κακῶς ἀποτρέχοντα. Τοῦτο μόνον ἐπικαλοῦμαι καί ἱκετεύω καί δέομαι, σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου. Σῶσόν με πρό τοῦ με ἀπελθεῖν εἰς τά ἐκεῖσε δικαστήρια, ἤ μᾶλλον τἀληθές εἰπεῖν, εἰς τά ἐκεῖσε κολαστήρια, ἔνθα οὐκ ἔστι μετάνοια οὔτε ἐξομολόγησις. Ἐν γάρ τῷ ἃδῃ φησί, τίς ἐξομολογήσεταί Σοι; Δι' ὅ σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, ὅτι οὐκ έστιν ἐν τῷ θανάτω ὁ μνημονεύων Σου, οὐδέ ἐν τῷ ἃδῃ ὁ ἐξομολογούμενος. Ἐκεῖ γάρ οὐκ ἔστι μετάνοια, οὐκ ἔστιν ἄφεσις τοῖς ὧδε μή μετανοοῦσι μηδέ ἐξομολογουμένοις. Δι' ὅ σῶσόν με μετανοοῦντά Σοι καί ἐξομολογούμενον τόν ἀνάξιον δοῦλόν Σου, ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, Κύριε, καί οὐχ ἕνεκεν τῶν ἔργων μου. Σύ γάρ εἶπας, Κύριε, ζητεῖτε καί εὑρήσετε, κρούετε καί ἀνοιγήσεται ὑμῖν καί ὅσα ἄν αἰτήσητε πιστεύοντες, λήψεσθε. Δι' ὅ σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, φιλάνθρωπε Δέσποτα, ἵνα καί ἐπ' ἐμοί δοξασθῇ τό πανάγιον καί ὑπερδεδοξασμένον ὄνομά Σου, Κύριε ὁ Θεός μου, ὁ δι' ἐμέ κατ' ἐμέ γεγονώς, ὡς ἄν κἀγώ μετά πάντων τῶν ἁγίων συναριθμηθείς δοξάζω Σε τόν ὑπεράγαθον καί φιλάνθρωπον Θεόν μου Ἰησοῦν Χριστόν σύν τῷ ἀνάρχῳ Σου Πατρί καί τῷ παναγίῳ καί ἀγαθῷ καί ζωοποιῷ Σου Πνεῦματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.